LITURATERRE

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚH    ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ    ΟΜΑΔΑ    ΓΙΑ    ΤΗΝ    ΕΡΕΥΝΑ    ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ    ΑΙΤΙΕΣ    ΤΟΥ   ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΥ

Home

αγραμματοσύνη >> ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ >> ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

 

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ   Συνέντευξη με τον Alain Badiou

 

 

 

 

 

 

 

 

 

lacan.psichogios.gr

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Συνέντευξη με τον Alain Badiou

Η συνέντευξη που ακολουθεί πραγματοποιήθηκε μέσω ηλε­κτρο­νικού ταχυδρομείου τον Αύγουστο 2001 και επικεντρώθηκε σε ζητήματα που αγγίζουν τον ψυχαναλυτικό χώρο. Οι σημειώσεις είναι του μεταφραστή, ο οποίος υπέβαλε και τις ερωτήσεις.

Βλάσης Σκολίδης: Για ποιο λόγο ενδιαφέρει τη φιλοσοφία η φροϊ­δι­κή ψυχανάλυση;

Αλέν Μπαντιού: Η φροϊδική ανακάλυψη συνι­στά μια απο­φα­σι­στική ρήξη όσον αφορά το ζήτη­μα της σκέψης. Θέτοντας την ύπαρξη των «ασυ­νείδητων σκέψεων», ο Φρόιντ γκρεμίζει τον θεμε­λιακό δεσμό ανάμεσα στην αυτοσυνειδησία και τη σκέψη, στον οποίο στηρίζεται η φιλοσοφία από την εποχή του Καρτέσιου και του Καντ. Όπως λέει ο Λακάν, πρέπει να δεχτούμε ότι «είμαι εκεί όπου δεν σκέφτομαι», ή ότι «δεν είμαι εκεί όπου σκέφτο­μαι». Μια φιλοσοφία δεν αξίζει να λέγεται σύγχρο­νη φιλοσοφία εάν δεν στηρίζει την πρόκληση αυ­τής της εκ­κέντρωσης.

«Le Docteur»

Β. Σ.: Έχετε μια σχέση με τη σκέψη του Λακάν που δεν βασίζεται στην ψυχαναλυτική εμπειρία - δεν είστε «ούτε αναλυτής, ούτε αναλυμένος», όπως φροντίζε­τε να λέτε. Πώς μυηθήκατε στη σκέψη του δασκάλου; Υπήρξε για σας αλλαγή οπτικής γωνίας στον τρόπο αντι­με­τώ­πισης του λακανικού έργου, ανάμεσα στην εποχή του περιοδικού Cahiers pour lnalyse και την περίοδο που εγκαινιάζει το βιβλίο σας Θεωρία του υποκειμένου[1];

Α. Μπαντιού: Συνάντησα τον Λακάν από τα μέσα της δεκαετίας του '50, όταν διάβασα στο περιοδικό La Psychanalyse την «Εισήγηση της Ρώμης»[2], που με κεραυνοβόλησε. Είχα αμέσως την αίσθηση ότι επρόκειτο για σκέψη με μείζονα επι­νοητική δύναμη, χωρίς ποτέ να νιώσω την ανάγκη να την «επαληθεύσω» στο χώρο της ψυχαναλυτι­κής θεραπείας, ή να εισέλθω στο λαβύρινθο των ψυχαναλυτικών σχολών. Άλλωστε, ούτε παρακο­λούθησα το σεμινάριο, ούτε είχα προσωπική συν­αναστροφή -εκτός από ένα και μοναδικό γεύμα- μ' εκείνον που ο συμφοιτητής και φίλος μου Ζακ-Αλέν Μιλέρ αποκαλούσε πάντα «le Docteur»[3].

Για μένα, ο Λακάν είναι έννοιες, διατυπώσεις και ιδέες, κατα­τε­θειμένες σε κείμενα, όπως συμβαί­νει και με τον Πλάτωνα ή με τον Γκέντελ. Και ασφαλώς, η χρήση που έκανα αυτών των εννοι­ών, των διατυπώσεων και των ιδεών διαφοροποιήθηκε από την εποχή του αλτουσερικού μου «επι­στη­μο­νι­σμού», στα μέσα της δεκαετίας του '60, ίσαμε την κατασκευή της δικής μου θεωρίας του υποκειμένου, δέκα ή δεκαπέντε χρόνια αργό­τερα.

Το υποκείμενο

Β. Σ.: Πρεσβεύετε μια φιλοσοφία που απαιτεί μια θεωρία του υπο­κει­μένου, για την οποία ο Λακάν αποτελεί βασική αναφορά. Στο βιβλίο σας Το είναι και το συμβάν[4], στο τελευταίο τμήμα που επιγράφεται «Πέρα από τον Λακάν», αναπτύσσετε μια άποψη που διαφοροποιείται από τη λακανική θεωρία του υποκειμένου του σημαί­νοντος. Κατα­λογίζετε στον Λακάν ότι υπήρξε «υπερβολικά και απο­κλειστικά κολλημένος στη γλώσσα». Θα υπο­στηρίζατε ότι υπάρχει κάποια μη γλωσσική θεμε­λίωση της αλήθειας στην οποία στηρίζεται το υποκείμενο;

Α. Mπαvτιoύ: Το ότι ένα υποκείμενο είναι το επιτέλεσμα μιας αλήθειας της οποίας δεν είναι ο δημιουργός ούτε η συστατική αρχή, είναι κάτι που αληθεύει τόσο για τον Φρόιντ όσο και για τον Λακάν, και τους είμαι πιστός ως προς αυτό το κεφαλαιώδες σημείο. Άλλωστε, το μοναδικό διακύ­βευμα μιας ψυχανάλυσης είναι να αναγάγει το συνειδητό υποκείμενο στην αλήθεια που αιτιακά το προσδιορίζει με τρόπο που να μην είναι ο τρό­πος της οδύνης. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να δηλώσουμε ότι η διαδικασία αλήθειας, τοπικό θραύσμα της οποίας αποτελεί κάθε υποκείμενο, είναι απόλυτα εξαρτημένη από τη γλωσσική μορ­φή. Ως προς το σημείο αυτό, ο Λακάν, τουλάχι­στον ο «κλασικός» Λακάν των δεκαετιών του '50 και του '60, παραμένει στο κλίμα τού «linguistic turn» υπό τη στρουκτουραλιστική μορφή του. Στην ουσία, αργότερα, το τοπολογικό δέσιμο με το πρα­γματικό θα με­τρή­σει γι' αυτόν πολύ περισσότερο απ' ό,τι οι δομές του σημαίνοντος.

Β. Σ.: Θεωρείτε ότι προκύπτει ένα «πεδίο συν­δυνατότητας» για τη φιλο­σο­φία και την ψυχανάλυ­ση μέσα από την κοινή αποδοχή του γεγονότος ότι «η σκέψη εξουσιοδοτείται από το κενό που τη χωρίζει από τις πραγματικότητες» (Conditions, σ. 278). Υποστηρίζετε ότι εκείνο που διαφοροποιεί τους δύο τομείς, μέσα στο κοινό τους πεδίο, είναι ένας διαφορετικός εντοπισμός του εν λόγω κενού: για τη φιλοσοφία, το κενό που εξουσιοδοτεί τη σκέψη είναι το είναι [ltre], ενώ για την ψυχανά­λυση είναι το υποκείμενο του ασυνειδήτου. Σε όλα αυτά εξυπακούεται το υποκείμενο του σημαίνοντος, που τη λογική του αναπτύσσει ο Λακάν. Όμως, ποια θέση δίνετε, στο πλαίσιο του δικού σας συ­στήματος, σε ό,τι ο Λακάν ονομάζει «υποκείμενο της απόλαυσης», και, γενικότερα, στο «αντικείμενο α μικρό» ως συμπυκνωτή απόλαυσης;

Α. Mπαvτιoύ: Μου φαίνεται ότι το υποκείμενο του σημαίνοντος και το υποκείμενο της απόλαυ­σης δεν εντοπίζουν διαφορετικά το κενό. Σε όλες τις περιπτώσεις, για τον Λακάν, το κενό δεν απο­τελεί οντική τοποθέτηση [position dtre], «καθ' εαυτήν» μορφή της πολλαπλότητας. Αποτελεί κενό ενδιάμεσο, κενό λογικό. Από την άλλη πλευ­ρά, για μένα, η λογική είναι ένα άλλο όνομα για τη συνοχή του φαίνεσθαι [l'apparaître], και, υπό αυτή την έννοια, το «λογικό κενό» δεν είναι ποτέ τίποτε άλλο από το μηδέν μιας εμφανισιακής έντασης, ενώ το οντο­λο­γικό κενό είναι κυριολεκτικά το Ό­νομα τού είναι. Το αντικείμενο α εισάγει σιγά σιγά στη σκέψη του Λακάν ένα είδος σκόπευσης του απρόσιτου, κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι το πραγ­ματικό υποσκελίζει το συμβολικό, όπως κατά σύ­στοιχο τρόπο το ζήτημα της απόλαυσης -του πεπρωμένου των ενορμήσεων- έρχεται να υπαγάγει το ζήτημα της επιθυμίας. Υπό αυτή την έννοια, και στη δική μου γλώσσα, η σκέψη του Λακάν πλησιάζει όλο και περισσότερο προς μια αρνητική οντολογία.

Η ίδια διαδικασία μπορεί να παρατηρηθεί εξάλ­λου σχετικά με τη γυναικεία «δεύτερη απόλαυση». Πάντως αυτή η εξέλιξη, μολονότι επηρεάζει ιδιαιτέ­ρως την -τόσο κρίσιμη για μένα- έννοια του απείρου, δεν τροποποιεί την τοπική του κενού.

Β. Σ.: Λέτε ότι «το υποκείμενο είναι σπάνιο», στο βαθμό που οι γενόσημες διαδικασίες είναι σπάνιες. Αυτό φαίνεται να έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στην ψυχαναλυτική διαδικασία, όπου θα λέγαμε μάλλον πως το υποκείμενο υπερ­αφθονεί, πως τα διαδοχικά «επιτελέσματα υποκει­μένου» βηματοδοτούν την εξέλιξή της. Θα μπο­ρούσε κάποιος να πει ότι η ψυχανάλυση έχει μεγα­λύτερη άνεση τόσο με το υποκείμενο ως σημειακό­τητα, ως «μια εξανεμιζόμενη ποσότητα αλήθειας» (Conditions, σ. 286), όσο και με το υποκείμενο ως διαδρομή. Πώς συμβιβάζετε εσείς αυτές τις δύο όψεις του υποκειμένου;

Α. Mπαvτιoύ: Δεν υπάρχει, για μένα, με την αυ­στηρή έννοια, υποκείμενο-διαδρομή, και συμφωνώ χωρίς δυσκολία με την ψυ­χα­νά­λυση ότι κάθε υπο­κείμενο είναι ένας τοπικός εξανεμισμός. Διότι τη δια­δρομή την επιτελεί μια αλήθεια, μια γενόσημη διαδι­κασία, η οποία είναι πιθανότατα όλο το είναι ενός υποκειμένου, αλλά δεν είναι πάντως η ίδια υποκεί­μενο. Τυχαίνει μερικές φορές, κυρίως όταν επιχειρώ να διευ­κρι­νίσω το ηθικό πρόσταγμα (υπό την υπο­κειμενική μορφή ενός «συνεχίζω!»), να μιλάω για υποκειμενική συνέχιση, ή για υποκειμενική διαδρομή. Πρόκειται για εικόνες ασαφείς. Το υποκείμενο παρα­μένει, σύμφωνα με τη διατύπωση που προτείνω, ένα «σημείο αλήθειας». Πράγμα που δεν εμποδίζει να είναι προικισμένο με μια δομή, στην οποία συχνά ενέχεται το ατομικό σώμα, και άρα η εμμένουσα διά­στασή του. Ας πούμε ότι η διαδρομή είναι το είναι ενός υποκειμένου, ενώ η σημειακότητα είναι η ύπαρ­ξή του. Οπότε πιθανότατα παραμένω λιγάκι εγελια­νός. Μα και ο Λακάν επίσης, από πολλές πλευρές.

Θα προσέθετα, τελειώνοντας, ότι η σπανιότη­τα του υποκειμένου είναι η σπανιότητα του είναι του, ή ακόμη η, εμφανέστατη, σπανιότητα των νέων αληθειών. Μέσα στον χώρο μιας διαδικασίας αλήθειας, το επιτέλεσμα-υποκείμενο ως σημεια­κότητα, απεναντίας, βρίθει. Δείτε τον αριθμό των ανθρώπων που γίνονται πολιτικοί ακτιβιστές, προς μεγάλη τους έκπληξη, μόλις υπάρξει μια κάπως επαναστατική συγκυρία. Ας πούμε ότι δεν σημαίνει πως επειδή είναι σπάνιες οι επαναστά­σεις, ισχύει και για τους επαναστάτες το ίδιο.

Β. Σ.: Τελικά, η ψυχαναλυτική εμπειρία δεν συ­νιστά μια διαδικασία αλήθειας για εκείνον που υπο­βάλλεται σ' αυτήν;

Α. Mπαvτιoύ: Ίσως, ίσως. Η δυσκολία (στην οποία συνοψίζεται το διακύβευμα αυτού που ο Λακάν ονόμασε la passe αφορά το απο­τέλεσμα. Μια αλήθεια σηματοδοτείται από μια μα­ζική μετατόπιση των μεταδόσιμων γνώσεων που της αντιστοιχούν, μετατόπιση που ονομάζω πα­ραβίαση [le forçage]. Πρέπει λοιπόν να ορίσει κα­νείς σε ποιες μετατοπίσεις των ψυχαναλυτικών γνώσεων καταλήγει το πρω­τό­κολλο της θεραπευ­τικής αγωγής, εφόσον υπήρξε θεραπευτική αγωγή, κάτι που αποτελεί ένα άλλο, φοβερό, πρόβλημα. Πώς πιστοποιείται το «υπάρχει» της ψυχανάλυσης; Τον Λακάν τον τυραννούσε αυτό το ερώτημα.

Οι θεσμικές και υποκειμενικές βιαιότητες που συνοδεύουν την εφαρμογή της passe φανερώ­νουν ότι το πρόβλημα απέχει πολύ από τη διαλεύ­κανσή του. Σημειώστε ότι υπάρχουν πρωτόκολλα στοχασμού, εξαιρετικής καινοτομίας και χρησιμό­τητας, τα οποία ωστόσο δεν είναι διαδικασίες αλή­θειας. Για παράδειγμα, συλλήβδην, η φιλοσοφία. Αλλά όχι μόνο. Το ίδιο ισχύει, κατά τη γνώμη μου, για τις μεγάλες θεω­ρη­τικές επινοήσεις, όπως του Δαρβίνου ή του Μαρξ, τις οποίες προσωπικά δεν θεωρώ ούτε επιστήμες, ούτε φιλοσοφίες. Ίσως θα πρέπει να συγ­κρί­νουμε την ψυχανάλυση με τέτοι­ου είδους πρωτόκολλο, παρά με διαδικασίες αλή­θειας stricto sensu.

Ο έρωτας

Β. Σ.: Ορμώμενος από τη θέση του Λακάν σύμ­φωνα με την οποία ο έρωτας έρχεται να υπερα­ναπληρώσει την έλλειψη διάφυλης σχέσης [rapport sexuel], υποστηρίζετε ότι ο έρωτας είναι μια διαδι­κασία αλήθειας. Θα θέλατε να συνοψίσετε αυτή τη θεωρητική κατασκευή;

Α. Mπαvτιoύ: Εφόσον υποθέτουμε μια ριζική διάζευξη των φύλων, άρα ένα Δύο κυριολεκτικά αγνώριστο ως τέτοιο, ή ένα Δύο πραγματικό, θα πούμε ότι ο έρωτας είναι η μόνη «σκηνή» σκέψης όπου συντελείται η εμπειρία μιας πρόσβασης σ' αυτό το σημείο το ανέφικτο. Όχι πως ο έρωτας βάζει τέρμα στο Δύο (αυτό είναι η συγχωνευτική ρομαντική θεωρία, που είναι ένας θανατηφόρος μύθος). Αλλά ο έρωτας, κάθε μοναδικός έρωτας, είναι ο ερχομός μιας σκέψης-πρακτικής του ανέφι­κτου σημείου που το Δύο των φύλων διαπλάθει. Ο έρωτας παράγει έτσι τη διαδρομή μιας αλήθειας για το Δύο των φύλων. Ως προς αυτό, είναι μια γενόση­μη διαδικασία, που την εγκαινιάζει, όπως και όλες τις άλλες, ένα συμβάν: μια συνάντηση.

Β. Σ.: Επιμένετε πολύ στο γεγονός ότι ο έρωτας είναι η μόνη διαθέσιμη ανθρώπινη εμπειρία που επιτρέπει τη θεσμοθέτηση ενός Δύο εμμενούς [immanent], ενός Δύο που να λογίζεται με αφετηρία τον εαυτό του και που να μη χρωστάει τίποτε στο Ένα της κάθε έμφυλης θέσης. Γιατί είναι σημαντικό για τη σκέψη το ενύπαρκτο Δύο;

Α. Mπαvτιoύ: Το Δύο είναι το σχήμα της δια­φοράς, και η φι­λο­σοφία, ήδη από τη θεωρία του Ετέρου στον Σοφιστή του Πλάτωνα, δεν έπαψε να αναρωτιέται με ποιον τρόπο είναι στοχάσιμη η διαφορά. Φυσικά, δεν διατείνομαι ότι ο έρωτας είναι η μοναδική δυνατή μορφή μιας σκέψης του Δύο. Αυτό θα σήμαινε ότι ξεγράφουμε, λόγου χά­ριν, όλα όσα συνδέονται με τη διαλεκτική, με τη θεωρία της αντίφασης. Στο βιβλίο μου Θεωρία του υποκειμένου επέμεινα πολύ στη δυνατότητα να ανανεωθεί η πολιτική διαλεκτική του μαρξισμού μέσα από μια πιο αυστηρή τυποποίηση αυτού που διακυβεύεται μέσα στη σημαίνουσα απόκλιση [lcart signifiant], σύμφωνα με τη θεωρητικοποίηση που προτείνει ο Λακάν. Το θέμα, ήδη από τότε, είναι το Δύο. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι ο έρωτας είναι η πλέον κοινή μορφή μιας εμπει­ρίας του Δύο, στο πλαίσιο της οποίας η διαφορά γίνε­ται στοχάσιμη, όχι με αφετηρία την πρόσθεση των στοιχείων της (δύο φορές Ένα), ούτε με βάση μια συνθετική προεκβολή (η αλήθεια του Δύο είναι μέσα στο Τρία), αλλά με τρόπο απόλυτα εμμενή. Διότι η διαδικασία του έρωτα δεν είναι τίποτε άλλο, κατά τρόπο αδιαίρετο, από τούτη την εμπειρία.

Β. Σ.: Θεωρείτε την ευτυχία διακριτικό σημάδι του έρωτα, πράγμα παράδοξο αν σκεφτεί κανείς πως οι περισσότεροι μυθιστορηματικοί έρωτες είναι βουτηγμένοι στο ανέφικτο και την οδύνη.

Α. Mπαvτιoύ: Τα μεγάλα μυθιστορηματικά πρότυπα του έρωτα είναι ρομαντικά: η οδύνη, σε αυτά, δεν πηγάζει από τον ίδιο τον έρωτα, αλλά από μια καθαρά φαντασιακή αναπαράστασή του, που καθιστά τον έρωτα μια θεσμική βαθμίδα του Ενός, και όχι μια εμπειρία του Δύο. Εντούτοις, ακό­μη και στο αποκορύφωμα του ρομαντισμού, για παρά­δειγμα στο Τριστάνος και Ιζόλδη του Βάγκνερ, δεν χωράει καμία αμφι­βολία ότι για τους εραστές δεν υπάρχει άλλη δυνατή ευτυχία από εκείνη που προσφέρει ο έρωτας. Το ανέφικτο αυτού του έρω­τα είναι εξωτε­ρικό, συνδέεται με όλα εκείνα που, στην όπερα του Βάγκνερ, συμ­βο­λίζει η Ημέρα: τις κοινωνικές συμβάσεις, τον πραγματισμό της ζωής κλπ. Μέσα στη χωριστή Νύχτα του έρωτα, υπάρ­χει μόνο άφατος έρωτας. Νομίζω ότι είναι κάτι το οικουμενικά προφανές, μέχρι και στα λαϊκά τρα­γούδια: αν υπάρχει ευτυχία, είναι το πραγματικό του έρωτα. Η ευτυχία αυτή ενδέχεται να παρεμποδιστεί, όμως συνδέεται με την ουσία του έρωτα και δεν διαχωρίζεται απ' αυτόν.

Β. Σ.: Για την ψυχανάλυση, οι έμφυλες θέσεις Άνδρας και Γυναίκα είναι μη αναγώγιμες, αποτε­λούν διαφορετικές τοποθετήσεις απέναντι στη φαλλική λειτουργία -το κοινό τους στοιχείο- χωρίς να συνιστούν σχέση. Από την πλευρά σας, στο κείμε­νο «Η σκηνή του Δύο»[5], φαίνεται να τις ανάγετε σε δύο αμιγώς λογικούς όρους της μη-σχέσης. Γίνεται μήπως αυτό προκειμένου να συμπεριληφθεί σε αυτή την αξιωματική κάθε δυνατή μορφή έρωτα, όπως ο ομα­φυλόφιλος έρωτας, η μητρική αγάπη ή ο μεταβιβα­στικός έρωτας;

Α. Mπαvτιoύ: Το κείμενο που επιγράφεται «Η σκηνή του Δύο» δεν αποτελεί την τελευταία μου λέξη για τον έρωτα. Περιλαμβάνει μόνο τους τυπο­λογικούς όρους της ερωτικής διαδικασίας. Δηλαδή αυτό που επιτρέπει να καταλάβουμε πώς μια διερ­γασία, η διεργασία της ερωτικής διάρκειας μπορεί παραδόξως να απορρέει από μια μη-σχέση. Απομένει να ορίσουμε, εκ των ένδον αυτής της διεργασίας τη μοναδικότητα των έμφυλων θέσεων. Έδωσα το περί­γραμμα αυτής της ανάλυσης σ' ένα προγενέστερο κεί­μενο, το «Τι είναι ο έρωτας;» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Όροι[6]. Είναι όμως ακόμη υπό διαμόρφωση.

Ασφαλώς, η ανάλυση των έμφυλων θέσεων μέσα στην εμπειρία του Δύο πρέπει να επιτρέπει μια καθολική κατανόηση του έρωτα, συμπεριλαμ­βανομένου και εκείνου που συγκεκριμενοποιείται ως ομο­φυ­λόφιλος. Δεν είναι πολύ δύσκολο πρό­βλημα, κατά τη γνώμη μου. Πολύ πιο πολύπλοκο είναι το ερώτημα για το τι είναι η φιλία, και η υπο­­θέσιμη μη-σχέση της προς τον έρωτα Θα ήθελα, μια μέρα, να προτείνω μια θεωρία της φιλίας.

Η αντιφιλοσοφία

Β. Σ.: Αφιερώσατε ένα σεμιναριακό έτος (1994-95) στην εξέταση του Λακάν ως αντιφιλοσόφου. Ο αντιφιλόσοφος αποτελεί στοχαστική φιγούρα κεν­τρική για σας, παράλληλα με την παραδοσιακή τού σοφιστή, προκειμένου να αποκαταστήσετε για τον φιλόσοφο μια λειτουργία που να υπακούει στην έν­νοια της αλήθειας. Εντούτοις, ο Λακάν είναι ο μόνος από τους άλλους «αντιφιλοσόφους» που μελετή­σατε (Νίτσε, Βιτγκενστάιν, Απόστολος Παύλος) για τον οποίο δεν προέκυψε ένα συνθετικό κείμενο. Αποτελεί αυτό ένδειξη κάποιας ιδιαίτερης δυσκο­λίας με αυτόν;

Α. Mπαvτιoύ: Είναι σίγουρο ότι το δικό μου το εγχείρημα συμπλέκεται με τις επινοήσεις του Λα­κάν πολύ στενότερα απ' ό,τι με εκείνες του Νίτσε, και προπαντός του Βιτγκενστάιν, για τον οποίο ο θαυμασμός μου είναι μεγάλος, αλλά απόμακρος, αφηρημένος. Όσο για τον Απόστολο Παύλο, απο­τελεί για μένα μια μορφή εκπληκτική, αλλά δεν γίνεται και να ξεχάσω ότι το συμβάν που για εκεί­νον είναι το παν[7], για μένα δεν είναι τίποτε. Δείτε εξάλλου ότι, αν και δεν αφιέρωσα στον Λακάν ένα «μεγάλο» συνθετικό κείμενο, πολλαπλασίασα τις μελέτες και τις διαλέζεις που αναφέρονται στη διδασκαλία του. Αποτελεί για μένα, σε τελική ανά­λυση, σταθερή πηγή έμπνευσης, άρα και δυσκο­λιών. Πρέπει διαρκώς να οριοθετώ τις εννοιολογι­κές μου κατηγορίες από εκείνες που, στο δικό του έργο, φέρουν την ίδια ονομασία: Υποκείμενο, μα­θήμιο [mathème], αλήθεια, γνώση, τοπολογία, αν­δρεία [courage] και δικαιοσύνη, άπειρο, έρωτας, και ούτω καθεξής.

Χωρίς ματαιοδοξία, νομίζω πως είμαι ο φιλόσο­φος που ώθησε όσο πιο μακριά γίνεται τη φιλονι­κία με τον Λακάν, δίχως έπαρση και δίχως δουλο­πρέπεια.

Β. Σ.: Θα χαρακτηρίζατε και τον Φρόιντ αντιφι­λόσοφο;

Α. Mπαvτιoύ: Ο Φρόιντ ήταν φανερά δύσπι­στος απέναντι στη φιλοσοφία, με κάποιες ελληνικές εξαιρέσεις, κυρίως τον Εμπεδοκλή. Ο κυριό­τερος λόγος ήταν ότι τον διακατείχε το ιδεώδες της επιστήμης. Δεν νομίζω, ωστόσο, ότι πρέπει να εντάξουμε στην αντιφιλοσοφία αυτή τη θετικιστι­κή τάση. Η πραγματική αντιφιλοσοφία καθιστά τον ανταγωνισμό της προς τη φιλοσοφία σημαντι­κό θέμα της θεωρητικής επινόησής της. Ο Λακάν στηλιτεύει ο ίδιος τη φιλοσοφία, στην οποία πα­ράλληλα εντρυφεί συστηματικά, μιλάει για hon­tologie[8], για τη σύγχυση -αρχής γενομένης με τον Παρμενίδη- ανάμεσα στο είναι και το ειδέναι κλπ. Τίποτε απ' όλα αυτά δεν ισχύει για τον Φρόιντ. Δεν θα έλεγα ότι είναι περισσότερο αντιφιλόσοφος απ' ό,τι ο Δαρβίνος ή ακόμη ο Μαρξ. Τελικά, η αντιφιλοσοφία ως διάσταση της ψυχαναλυτικής σκέ­ψης είναι μια επινόηση του Λακάν. Ακόμη μία.

Η πολιτική

Β. Σ.: Ποια πολιτική αρμόζει στην ψυχανάλυση; - θα ρωτούσαμε εν κατακλείδι. Ο περίπλους του Λακάν σημαδεύεται από τον αφορισμό [ex­communication] που του επέβαλε η Διεθνής Ψυ­χαναλυτική Εταιρεία, από την ίδρυση της δικής του σχολής με απαραίτητο συμπλήρωμα τη διαδικασία της passe, και, στο τέλος, από τη διάλυση της σχολής, πράξη ανήκουστη, από την οποία πολλοί από τους συνοδοιπόρους του δεν συνήλθαν ποτέ. Έχετε κι εσείς αναλύσει την ένταση ανάμεσα στα φαινόμενα της ομαδοποίησης και τα φαινόμενα του λόγου [discours], η οποία διαπερνά τον πολιτι­κό στοχασμό του τελευταίου Λακάν - στοχασμός που τον απομακρύνει σημαντικά από τις θεσμικές επιλογές του ιδρυτή της ψυχανάλυσης. Είκοσι χρό­νια αργότερα, τι θα μπορούσαμε να συμπεράνου­με από φιλοσοφική άποψη;

Και κάτι ακόμη: Ο σημερινός ψυχαναλυτικός λόγος σας φαίνεται ικανός να αντιπαρατεθεί στον λόγο της επιστήμης, αλλά και στον διαρκώς ανα­γεννώμενο σκοταδισμό;

Α. Mπαvτιoύ: Η ψυχανάλυση ποτέ δεν κα­τόρθωσε να επιλύσει αποτελεσματικά τα ζητήμα­τα οργάνωσης, παρόλο που από την αρχή την απασχόλησαν. Ποτέ. Όσο ζούσε ο Φρόιντ, υπήρ­χαν ήδη ο σεκταρισμός, ο αποκλεισμός ιδιοφυών και ευρηματικών πνευμάτων, το ιερατείο των με­τριοτήτων και των γραφειοκρατών, οι πελατείες και η οικογενειακή αλληλοϋποστήριξη κλπ. Στην ουσία, όπως όλα τα συλλογικού χαρακτήρα εγχει­ρήματα του 20ου αιώνα, η ψυχανάλυση συνάντησε τις εμπλοκές και τα εμπόδια που συνοδεύουν το πολιτικό ζήτημα - θα μπορούσαμε να πούμε, υπό την ευρεία έννοια, το ζήτημα του κόμματος. Το κόμμα αντλεί άραγε τη νομιμότητά του από το επιτέλεσμα λόγου που το συνενώνει, ή είναι αυτό το ίδιο η πηγή της νομιμοποίησης αυτού του λό­γου; Όσο διάστημα οι δημιουργικοί καθοδηγητές, όπως ο Λένιν, ο Φρόιντ, ο Μάο, ο Λακάν, κρατούν τα ηνία, το ερώτημα, μολονότι πάντα επίκαιρο, το επισκιάζει η ζωντάνια της ανανεωτικής πρότασης, η οποία εξασφαλίζει γύρω της τη συναίνεση των αξιωματούχων, μαζί με τη στήριξη των απλών οπαδών. Από τη στιγμή που οι καθοδηγητές πεθαίνουν ή εξασθενούν, το ερώτημα ξαναβγαίνει στην επιφάνεια.

Έχουμε λοιπόν να στοχαστούμε το ζήτημα του κόμματος, ως βασικό στοιχείο του απολογισμού του 20ου αιώνα. Έχουμε να επινοήσουμε τι σημαί­νει πολιτική δίχως κόμμα, και εντούτοις οργανωμέ­νη. Να τι ονειρευόταν ο Λακάν: να υπάρχει μόνο η νομιμότητα που απορρέει από την παραγωγή και τη μετάδοση των γνώσεων, και τίποτε άλλο. Οφεί­λουμε να συνεχίσουμε και να υλοποιήσουμε τούτο το όνειρο.

Όσο για την ψυχανάλυση, είμαι αισιόδοξος, παρ' όλα αυτά. Μια τόσο αξιοθαύμαστη διάταξη του στοχασμού δεν γίνεται να εξαφανιστεί με τις πρώτες σοβαρές δυσκολίες που συναντάει. Ας έχουμε εμπιστοσύνη στους τωρινούς συνεχιστές του ψυχαναλυτικού Αιτίου.


 

[1] Théorie du sujet, Seuil, Paris 1982.

[2] «Fonction et chamρ de la parole et du langage en psychanalyse» (1953), γνωστό και ως Rapport de Rome. Οριστική δηµοσίευση: Jacques Lacan, Écrits, Seuil, Paris 1966, σσ. 237-322.

[3] Στην καθομιλουμένη «ο Γιατρός». Όμως επίσης ο δόκτωρ, η διδακτική αυθεντία.

[4] L’être et l’événement, Seuil, Paris 1988

[5] «La scène du Deux», στο συλλογικό βιβλίο: De l'amour, sous la direction de l' École de la Cause freudienne, Flammarion (Champs), Paris 1999.

[6]  Conditions, Seuil, Paris 1992.

[7] Η Ανάσταση του Χριστού.

[8] Προσθέτοντας ένα h στη λέξη ontologie, πράγμα που δεν αλλάζει την προφορά της (το h είναι άηχο στα γαλ­λικά), ο Λακάν ενσωματώνει περιπαικτικά στην οντολογία την έννοια της ντροπής, της καταισχύνης [la honte].

 

lacan.psichogios.gr

 

 
 
x

Other interesting web sites (in English)  on Psychoanalysis and Topology  (www.topoi.net)

PLACE - Psychoanalysis Los Angeles California Extension

 

Some other pages :

 

 English texts

 Spanish text

 
   
   
   
   
   

         δεν θέλουμε του πολεμοχαρούς λεξιλογίου, Εργαζόμαστε για και με εκείνους που έχουν δυσκολίες να διαβάσουν ή να γράψουν !

         Αηοστείλατε τα κείμενά σας

ILLETTRISME

.         

ILLITERACY

         

ILLETTRISMUS

.        

.ILLETTERATISMO.

         

ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣΥΝΗ

   .    

.ILETRISMO.

 Copyright©Lituraterre 2003-2009 | webmaster | images de Charley Supper